Κυστεοσκόπηση: Πότε και πώς γίνεται;

βιοψία προστάτη
Βιοψία προστάτη: Πότε ενδείκνυται;
15 Μαΐου 2024
κυστεοσκόπηση

Η κυστεοσκόπηση είναι μια εξέταση που επιτρέπει την άμεση απεικόνιση της ουροδόχου κύστης και της ουρήθρας με τη χρήση ειδικού εργαλείου, του κυστεοσκοπίου. Έχει διαγνωστικό και σπανιότερα επεμβατικό χαρακτήρα.

Πρόκειται για ενδοσκοπική τεχνική η οποία είναι ζωτικής σημασίας για τη διάγνωση, τη διαχείριση και την παρακολούθηση διαφόρων ουρολογικών παθήσεων, οι οποίες δεν ανευρίσκονται εύκολα με άλλες απεικονιστικές εξετάσεις όπως η αξονική ή η μαγνητική τομογραφία.

Η εξέταση αυτή παρέχει λεπτομερείς πληροφορίες για την εσωτερική ανατομία και παθολογία του κατώτερου ουροποιητικού συστήματος, διευκολύνοντας έτσι την εφαρμογή στοχευμένων θεραπευτικών σχεδίων.

Ενδείξεις για κυστεοσκόπηση

Όπως αναφέρθηκε, η κυστεοσκόπηση έχει τόσο διαγνωστική όσο και επεμβατική φύση. Στις ενδείξεις διαγνωστικής φύσης συγκαταλέγονται:

  • Αιματουρία: Ανεξήγητο αίμα στα ούρα απαιτεί κυστεοσκόπηση για τον εντοπισμό πιθανών πηγών όπως όγκοι, πέτρες ή λοιμώξεις.
  • Υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις: Επίμονες ή υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις, ειδικά όταν σχετίζονται με αιματουρία ή μη φυσιολογικά απεικονιστικά ευρήματα, καθιστούν την κυστεοσκόπηση αναγκαία.
  • Παρακολούθηση του καρκίνου της ουροδόχου κύστης: Οι ασθενείς με ιστορικό καρκίνου της ουροδόχου κύστης χρειάζονται τακτικές κυστεοσκοπήσεις για την παρακολούθηση της υποτροπής ή της εξέλιξης της νόσου.
  • Συμπτώματα που αφορούν το κατώτερο ουροποιητικό σύστημα όπως η ακράτεια ούρων, η νυκτουρία και η ατελής κένωση της ουροδόχου κύστης συχνά απαιτούν κυστεοσκόπηση για τη διάγνωση παθήσεων όπως η απόφραξη της εξόδου της ουροδόχου κύστης ή η διάμεση κυστίτιδα.
  • Ανεύρεση παθήσεων που προκαλούν απόφραξη στο ουροποιητικό, όπως η στένωση ουρήθρας, η καλοήθης υπερπλασία προστάτη ή η ύπαρξη πέτρας στην ουρήθρα.

Στις θεραπευτικές ενδείξεις συγκαταλέγονται:

  • Αφαίρεση λίθων ή άλλων ξένων σωμάτων.
  • Βιοψία ιστού από την ουροδόχο κύστη.
  • Διουρηθρική εκτομή όγκων της ουροδόχου κύστης.
  • Διαστολή στένωσης της ουρήθρας.
  • Τοποθέτηση ειδικών καθετήρων στον ουρητήρα.
  • Χορήγηση ενδοκυστικών ενέσεων για τη θεραπεία παθήσεων όπως η υπερδραστήρια κύστη.

Διαδικασία εξέτασης

Πριν την εκτέλεση της εξέτασης, λαμβάνεται λεπτομερές ιατρικό ιστορικό του ασθενούς, διενεργείται κλινική εξέταση αλλά και οι απαραίτητες εξετάσεις (ανάλυση δείγματος ούρων, απεικονιστικές εξετάσεις). Ο ασθενής στη συνέχεια ενημερώνεται για τη διαδικασία, τους πιθανούς κινδύνους, τα οφέλη και τις εναλλακτικές λύσεις. Αντιβιοτικά συνήθως χορηγούνται πριν από τη διαδικασία για την πρόληψη τυχόν μόλυνσης, ειδικά σε άτομα υψηλού κινδύνου.

Η κυστεοσκόπηση έπειτα ξεκινά. Αρχικά, εφαρμόζεται ειδικό αναισθητικό gel στην περιοχή εισαγωγής του κυστεοσκοπίου, δηλαδή στην ουρήθρα. Το κυστεοσκόπιο, το οποίο μπορεί να είναι είτε άκαμπτο είτε εύκαμπτο, εισάγεται ήπια στην ουρήθρα και προωθείται στην ουροδόχο κύστη. Το κυστεοσκόπιο επιτρέπει την πλήρη επισκόπηση της κύστης μέσω του προσοφθαλμίου. Συνδέεται με κάμερα, η οποία προβάλλει την εικόνα της ουροδόχου κύστης σε οθόνη υψηλής ευκρίνειας και καταγράφει όλη την εξέταση σε DVD. Διαθέτει επίσης πηγή φωτός και δύο κανάλια: ένα για την εκροή υγρού που γεμίζει την κύστη και ένα για την εισαγωγή λεπτών εργαλείων, όπως ειδικοί καθετήρες ή λαβίδες για βιοψία. Η συνεχής ροή αποστειρωμένου φυσιολογικού ορού από το κυστεοσκόπιο συμβάλλει στη διάταση της ουροδόχου κύστης και τη διευκόλυνση της ακριβής οπτικοποίησης. Αν ο ασθενής νιώσει έντονη ανάγκη για ούρηση, πρέπει να ενημερώσει αμέσως τον ιατρό.

Στη συνέχεια, ο ουρολόγος διενεργεί ενδελεχή έλεγχο της ουρήθρας, του αυχένας της ουροδόχου κύστης, του τοιχώματος της ουροδόχου κύστης και των στομίων του ουρητήρα. Αν παρουσιαστεί εμπόδιο σε κάποιο στενό σημείο, ενδέχεται να χρειαστεί η διενέργεια διαστολής από τον ουρολόγο με ειδικά λεπτά εργαλεία. Τυχόν μη φυσιολογικά ευρήματα σημειώνονται και γίνονται παρεμβάσεις όπως απαιτείται. Εάν ενδείκνυνται πιο επεμβατικές διαδικασίες, πραγματοποιούνται υπό άμεση οπτικοποίηση. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει βιοψία, αφαίρεση λίθων, διάταση στένωσης ή εκτομή όγκου. Μόλις ολοκληρωθεί η εξέταση και οι παρεμβάσεις, το κυστεοσκόπιο αποσύρεται προσεκτικά. Τα ζωτικά σημεία του ασθενούς παρακολουθούνται και παρατηρούνται για άμεσες επιπλοκές μετά τη διαδικασία. Να σημειωθεί ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, ίσως απαιτηθεί η χορήγηση ραχιαίας ή γενικής αναισθησίας. Αν η εξέταση διενεργηθεί χωρίς αναισθησία, ο ασθενής μπορεί να σηκωθεί αμέσως μετά. Αν χρησιμοποιηθεί αναισθησία, απαιτούνται διαφορετικοί χειρισμοί καθώς προτεραιότητα είναι να παρέλθει η επίδραση του αναισθητικού.

Αποτελέσματα και πιθανές επιπλοκές μετά την κυστεοσκόπηση

Μετά την εξέταση, οι ασθενείς ενδέχεται να αισθανθούν ήπια ενόχληση, αίσθημα καύσου κατά την ούρηση ή εκροή μικρής ποσότητας αίματος από τα ούρα, τα οποία είναι ως επί τω πλείστων αναμενόμενα και συνήθως υποχωρούν μετά την πάροδο 24 ωρών. Η κατανάλωση άφθονου νερού βοηθά στην έκπλυση της ουροδόχου κύστης και στη μείωση του ερεθισμού. Ωστόσο, τυχόν παρενέργειες όπως συνεχής αιματουρία, πυρετός, οξύς πόνος κατά την ούρηση ή επιτακτική ανάγκη για ούρηση, έντονο αίσθημα καύσου κατά την ούρηση, συχνουρία ή αίσθημα βάρους στο κάτω μέρος της κοιλιακής χώρας θα πρέπει να αναφερθούν χωρίς καθυστέρηση στο γιατρό. Ο Χειρουργός Ουρολόγος – Ανδρολόγος Δρ. Βασίλειος Μυγδάλης πραγματοποιεί την κυστεοσκόπηση με απόλυτη προσοχή, προκειμένου να αποφευχθούν πιθανές επιπλοκές και να προκύψει το βέλτιστο αποτέλεσμα.